δερμάτι


δερμάτι
Ορεινός οικισμός (υψόμ. 900 μ., 67 κάτ.) του νομού Ευρυτανίας. Βρίσκεται 30 χλμ. ΝΔ του Καρπενησίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ποταμιάς.
* * *
το (AM δερμάτιον)
νεοελλ.
1. δέρμα ζώου, το τομάρι («είχεν κι απάνω στ' άρματα βαλμένο 'να δερμάτι», Ερωτ.)
2. ασκός από δέρμα ζώου
αρχ.
1. μικρό και λεπτό δέρμα
2. κομμάτι από δέρμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δερμάτι — το ασκός από δέρμα ζώου, τουλούμι: Το νερό διατηρείται ιδιαίτερα δροσερό το καλοκαίρι, μέσα σε δερμάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δέρματι — δέρμα skin neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποικιλία — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωπονία, για να χαρακτηρίσει ένα άθροισμα ατόμων, τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα άτομα του ίδιου είδους, ως προς ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Βοτανικώς αποτελεί υποδιαίρεση του είδους. Από όλες τις π. και… …   Dictionary of Greek

  • DORMIO — quasi Dermio, a Graeco δέρμα, i. e. pellis: quemadmodum ex benus, bonus, ex hemo, homo; ex Κερκύρα, Corcyra factum, Nempe vett. haec in pellibus dormiendi consuetudo est: in sacris inptimis, quod proprie Incubare Vett. dixêrunt. Tantopere namque… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MELOTAE — Graece Μηλωταὶ, subintellige δοραὶ, i. c. Ovillae pelles, ita enim plerumque vox sumitur, in Gentilium sacris celebres fuêre. His enim, somnai captaturi de rerum suarum eventu, incubabant, ut in templo Amphiarai factitatum. Sic de Dauniis in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PERTINAX — I. PERTINAX equus Commodi Imper. quem ille pelle inauratâ integere solebat, quemadmodum equum suum Volucrem sagis fucô tinctis cooperire consueverat Verus Imperator. Meminit eius Dio in Pertinace: Ὕςτερον δὲ τὸν αὐτὸν τοῦτον ἵππον ἀπαλλαγέντα δὲ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • δερμάτιον — το βλ. δερμάτι …   Dictionary of Greek

  • κύων — ο, η (AM κύων, κυνός, ό, ή) 1. σκύλος («Τηλέμαχον δὲ περίσσαινον κύνες ὑλακόμωροι», Ομ. Οδ.) 2. (ως υβριστική λέξη) θρασύς, αναιδής και αναίσχυντος σαν τον σκύλο («δᾱερ ἐμεῑο κυνός, κακομηχάνου ὀκρυοέσσης», Ομ. Ιλ.) 3. πιστός σαν τον σκύλο… …   Dictionary of Greek

  • λαχνήεις — λαχνήεις, συνηρ. τ. λαχνῆς, δωρ. τ. λαχνάεις, εσσα, εν (Α) [λάχνη] 1. τριχωτός, δασύτριχος, μαλλιαρός («ἀμφὶ συὸς κεφαλῇ καὶ δέρματι λαχνήεντι», Ομ. Ιλ.) 2. χνουδωτός, απαλός …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.